καταχραστής


καταχραστής
[катахрастис] ουσ. а. растратчик.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καταχραστής" в других словарях:

  • καταχραστής — ο θηλ. καταχράστρια αυτός που ιδιοποιείται ξένα χρήματα: Αποδείχτηκε καταχραστής πολλών χρημάτων της εταιρείας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταχραστής — ο και θηλ. καταχράστρια 1. αυτός που ιδιοποιείται ξένα χρήματα τα οποία τού έχουν εμπιστευθεί 2. μτφ. αυτός που κάνει κατάχρηση τής εμπιστοσύνης ή τής καλοσύνης κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατεχράσθην, νεώτ. αόρ. τού καταχρῶμαι «σφετερίζομαι». Η λ.… …   Dictionary of Greek

  • κατ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής, προερχόμενο από την πρόθεση κατά. Απαντά και με τη μορφή καθόταν το φωνήεν που ακολουθεί δασύνεται (καθ ημερινός, κάθ ιδρος) καθώς και με τη μορφή καται σε ελάχιστα σύνθετα τής Αρχαίας Ελληνικής (καται… …   Dictionary of Greek

  • νοσφιστής — ο (Α νοσφιστής) [νοσφίζομαι] αυτός που ιδιοποιείται ξένη ιδιοκτησία παράνομα, σφετεριστής, καταχραστής …   Dictionary of Greek

  • παστρικοχέρης — ο, θηλ. παστρικοχέρα κλέφτης, καταχραστής …   Dictionary of Greek

  • σχάστης — ὁ, Α [σχάζω] πιθ. καταχραστής …   Dictionary of Greek

  • ταμειοφάγος — ὁ, Α καταχραστής ταμείου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταμεῖον + φάγος*] …   Dictionary of Greek

  • τρωκτικός — ή, ό / τρωκτικός, ή, όν, ΝΜΑ [τρώκτης] αυτός που κόβει κάτι με τα δόντια του, που τό ροκανίζει νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το τρωκτικό μτφ. τρώκτης, καταχραστής 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) ζωολ. βλ. τρωκτικά μσν. αρχ. αυτός που τρώει κάτι με… …   Dictionary of Greek

  • τρώκτης — ο, ΝΜΑ, και ανώμαλος τ. θηλ. τρωκτίς, ίδος, Μ [τρώγω] αυτός που ροκανίζει κάτι νεοελλ. 1. καταχραστής 2. κερδοσκόπος μσν. τρώγλη αρχ. 1. θαλάσσιο ψάρι με κοφτερά δόντια, αμία*, γουφάρι 2. ως επίθ. άπληστος 3. μτφ. (κατά τον Ησύχ., τον Φώτ. και… …   Dictionary of Greek

  • ανακατεύω — εψα, εύτηκα, εμένος 1. αναμειγνύω δύο ή περισσότερα πράγματα: Ανακάτεψε φρέσκα και μπαγιάτικα ψάρια. 2. αναταράζω, φέρνω το πάνω κάτω: Ανακάτεψε το τσάι σου για να λιώσει η ζάχαρη. 3. διαταράζω την τάξη, τη σειρά: Άλλη φορά να μη μου ανακατέψεις… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)